Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Η κυρά της Χιμάρας Ερμιόνη Μπρίγκου θυμάται από τον Πόλεμο του 1940 – ΄41

Του Θοδωρή Ασβεστόπουλου
Ήταν κοριτσάκι δέκα χρονών η Ερμιόνη Μπρίγκου όταν μαινόταν ο Ελληνο-ιταλικός Πόλεμος τον βαρύ χειμώνα του 1940 – 1941 στα χιονισμένα βουνά της Βορείου Ηπείρου.
Ο πατέρας της ήταν οδηγός του Ελληνικού Στρατού και στο σπίτι της στη Χιμάρα φιλοξένησαν για τρεις μήνες Έλληνες αξιωματικούς και στρατιώτες. Το πατρικό της στο οποίο μένει και σήμερα ήταν στην πρώτη γραμμή του μετώπου.
Στο χωράφι έξω από το σπίτι της έπεσαν ηρωικά έξι παιδιά της Ελλάδος, τα οποία ενταφιάστηκαν στον τόπο της θυσίας τους.
Το σημείο της ταφής κρατήθηκε μυστικό τις δεκαετίες που ακολούθησαν, έως το 1991, παρά τις πιέσεις και τους διωγμούς που δέχτηκε η οικογένεια της από το αλβανικό κομουνιστικό καθεστώς.
Κάθε χρόνο οι Έλληνες της Χιμάρας τιμούν την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940, σε εκείνο το σημείο όπου αναπαύονται έως και σήμερα, 76 χρόνια μετά, οι έξι Ήρωες.
Το Μνημείο που έχει στηθεί εκεί για να θυμίζει τον ένδοξο θάνατο τους έχει χαραγμένα τα ονόματα τους με τους τόπους καταγωγής τους: Παναγιώτης Αλογογιάννης, Καμάρι 1917. Ανδρέας Προβατάς, Κέρκυρα. Ματθαίος Λαγός, Δημήτρης Σέλας, Κοντόσταυλο Κορινθίας, Νικόλαος Κτημαδάκης, Ηράκλειο Κρήτης, Κέρκης (Μωραΐτης).
Η Ερμιόνη Μπρίγκου, η «Κυρά της Χιμάρας» και «Μάνα των Στρατιωτών», μίλησε στο ΚΑΝΑΛΙ 1 για τις αναμνήσεις της από τις ιστορικές εκείνες ημέρες.
Η απελευθέρωση της Χιμάρας από τον Ελληνικό Στρατό, οι μάχες που δόθηκαν έξω από το σπίτι της, η φιλοξενία των Ελλήνων φαντάρων, η αγωνία των Ιταλών αιχμαλώτων αλλά και οι διωγμοί που υπέστη ο πατέρας της από το χοτζικό καθεστώς, ξετυλίγονται μέσα από τις διηγήσεις της κυρίας Μπρίγκου.
Ο λόγος στη ζωντανή ιστορία.
ermioni-brigkou-asvestopoulos
Η απελευθέρωση της Χιμάρας τον Δεκέμβριο του 1940
Από τις αρχές Δεκεμβρίου του 1940 ακούγαμε ότι ο Ελληνικός Στρατός κερδίζει τον πόλεμο με τους Ιταλούς και περιμέναμε να έρθει και στη Χιμάρα. Φοβόμασταν μην μας σφάξουν οι Ιταλοί για αντίποινα και πολλοί Χιμαραίοι σκέφτονταν να πάρουν τα όπλα για να αμυνθούν.
Στις 21 Δεκεμβρίου μάθαμε ότι οι Έλληνες έφτασαν στο διπλανό χωριό το Πύλιουρι και άρχισαν οι πανηγυρισμοί. Χτυπούσαν οι καμπάνες στη Χιμάρα! Σηκώθηκαν οι γυναίκες και είπαν «να πάμε στο Πύλιουρι να υποδεχθούμε τον Ελληνικό Στρατό». Ετοίμασαν τότε τηγανίτες, λουκουμάδες, σύκα, ρακί, ότι είχανε.
Τους είχαν υποδεχτεί θερμά και οι κάτοικοι του Πύλιουρι και τους κέρναγαν και αυτοί πόντζι (ρακί με ζάχαρη) και τρόφιμα.
Θυμάμαι τα ονόματα των ανώτερων αξιωματικών τον Βέλιο και τον Μπουσμπουρέλη που δέχτηκαν τους Χιμαραίους.
Γέμιζαν οι Έλληνες στρατιώτες τα παγούρια τους με νερό, έπιναν και εύχονταν «να ζήσει η Χιμάρα χίλια χρόνια!».
Μου έλεγε η μητέρα μου ότι το ψωμί το έπαιρναν και το έτρωγαν ξερό. Τόσο κουρασμένοι και νηστικοί ήταν τόσες μέρες! Τα πόδια τους είχαν πρηστεί από τα χιόνια στα βουνά! Ήρθαν στο σπίτι μας στη Χιμάρα και σε μία εβδομάδα τους γιάτρεψε η γιαγιά μου.
Πήρε κερί και λάδι τα έβαλε στη φωτιά και μετά τα έβαλε στις πάνες πάνω στα πόδια τους και φεύγανε με όλο το δέρμα. Ούρλιαζαν από τον πόνο οι φαντάροι, αλλά μετά από μία εβδομάδα ήταν καλά, επέστρεψαν στα καθήκοντα τους και λέγανε «η γιαγιά μας γιάτρεψε τα πόδια».
Ο εύστοχος Ταγματάρχης Δημήτριος Κωστάκης
Είχαν φέρει και οι Ιταλοί ένα πολυβόλο πολύ βαρύ στο Γυάλι, την παραλία που είναι πίσω από το λόφο, εκεί που βρίσκεται το σπίτι μου. Αυτό το πολυβόλο ήταν που βάρεσε και σκότωσε τους Έλληνες στρατιώτες στο χωράφι έξω από το σπίτι μας. Δεν έγινε αντιληπτή η μεταφορά του πολυβόλου γιατί οι Ιταλοί δεν το έφεραν οδικώς από το βουνό, γιατί θα το έβλεπαν οι Έλληνες στρατιώτες, αλλά το μετέφεραν μέσω θαλάσσης.
Τότε ήρθαν στο σπίτι μας ανώτεροι αξιωματικοί να δουν τι ακριβώς έγινε και πως σκοτωθήκαν και τραυματίστηκαν τα παιδιά μας.
Μία νύχτα ξεκινάει ο Ταγματάρχης Κωστάκης και λίγοι στρατιώτες με τον πατέρα μου που τους έδειχνε το δρόμο και πήγαν από την ακροθαλασσιά, φτάσανε κρυφά στο Γυάλι και μελέτησαν το χώρο. Έβαλε μάλιστα τον πατέρα μου να σταθεί κατάλληλα ώστε να εξετάσει καλύτερα το σημείο και έφυγαν αμέσως.
Ο Ελληνικός Στρατός είχε στήσει το βαρύ πυροβολικό ψηλά στο Πύλιουρι. Από εκεί βάρεσε και ο Ταγματάρχης Κωστάκης και έριξε την οβίδα μέσα στο καζάνι που μαγείρευαν οι Ιταλοί στρατιώτες στο Γυάλι και τους διέλυσε!
Από τότε δεν ξαναβάρεσε το πολυβόλο τους, που σημαίνει ότι το διάλυσε και αυτό ο Κωστάκης.
Είχαν βγάλει μάλιστα και το δίστιχο «Χτύπα Κωστάκη το κανόνι / όλους να τους κάνει σκόνη».

Η θυσία του Παναγιώτη Αλογογιάννη
Ένας από τους φαντάρους που έμενε στο σπίτι μας ήταν και ο  Παναγιώτης Αλογογιάννης. Μία μέρα είχε τραυματιστεί από εχθρικά πυρά. Πήγαν οι άλλοι στρατιώτες να τον βοηθήσουν και αυτός τους φώναξε «Αφήστε με εμένα, στα όπλα παιδιά να μην πλησιάσει ο εχθρός πάλι κοντά! Στο μέτωπο πηγαίνετε αφήστε με εμένα!» . Μετά από λίγο άφησε την τελευταία του πνοή.
Από το θάνατο του Αλογογιάννη, η μητέρα μου έκανε να μαγειρέψει τρεις μέρες! Ο Ανθυπολοχαγός Αντρέας Καψής από τον Πύργο Ηλείας είπε στη μητέρα μου «δώσε Σοφία στο κορίτσι να φάει», αλλά δεν μου έδινε γιατί κρατούσε τρεις μέρες πένθος.
Ο Παναγιώτης Αλογογιάννης ήταν μοναχογιός και ο Ανθυπολοχαγός πήγε στο σημείο που έπεσε ηρωικά και έλεγε από πάνω του «τι θα πω τώρα που θα γυρίσω στη μάνα σου; Θέλω να σκοτωθώ, εγώ έχω και έναν αδερφό!»
Οι στρατιώτες είχαν κάτι τενεκέδες που βάζαν τα μπισκότα και πήραν έναν και τον κόψανε λουρίδες – λουρίδες και σχημάτισαν έναν σταυρό με ξύλο. Έγραψαν πάνω «Παναγιώτης Αλογογιάννης – Καμάρι Κορινθίας», αυτός ο σταυρός έμεινε χρόνια, ήταν τσίγκινος και δεν σκούριαζε. Το πρωί μάλιστα λαμπίριζε από το φως όταν έβγαινε ο ήλιος.
Το σπίτι της Ερμιόνης Μπρίγκου στην πρώτη γραμμή των μαχών
Ήταν ένα πρωινό πολύ βροχερό, με δυνατό αέρα και λέει ο Ναύαρχος Δημήτρης Ζώτος στη μητέρα μου «Σοφία, δεν σηκώνεσαι να πας να δεις τον φαντάρο που είναι εκεί σκοπός;» και της έδειξε το σημείο. Και η μητέρα μου σηκώνεται και πάει. Κάποια στιγμή αντιλαμβάνεται ότι ήταν κοντά πάρα πολλοί Ιταλοί. Ίσως και παραπάνω από εκατό, οι οποίοι έπιαναν δέντρο με δέντρο και σιγά σιγά προχωρούσαν. Λέει τότε η μητέρα μου στον φαντάρο «Θανάση, μας πιάσαν οι Ιταλοί αιχμαλώτους!». Έρχεται τρέχοντας στο σπίτι και φώναζε «παιδιά πάρτε τα όπλα, μας πιάσαν οι Ιταλοί! Πήραν την πρώτη γραμμή!».
Βγήκαν τότε οι αξιωματικοί που ήταν μέσα στο σπίτι και ο Δημήτρης Ζώτος δεν πρόλαβε να βάλει καν τα παπούτσια του και βγήκε με τις κάλτσες!
Αρχινάει τότε ένας πόλεμος, ένα κακό μεγάλο! Σκοτώνονται τρεις Έλληνες και τραυματίστηκαν άλλοι οκτώ. Οι δικοί μας όμως απέκρουσαν την επίθεση και έπιασαν αιχμαλώτους έντεκα πληγωμένους Ιταλούς. Έλεγαν τότε οι Ιταλοί στη γλώσσα τους «Αδερφοί Έλληνες, δεν θέλουμε πόλεμο, ο Μουσολίνι, μας έστειλε να σκοτωθούμε!». Τους βάλαμε σπίτι και οι Έλληνες αγκαλιάστηκαν με τους Ιταλούς στρατιώτες και τους δώσανε ψωμί να φάνε. Έλεγαν τη μητέρα μου «σορέλα», δηλαδή αδερφή νοσοκόμα και τους απαντούσε η μάνα μου «να σας βαρέσει πίκα, εγώ δεν είμαι σορέλα, που ήρθατε να μας σκοτώσετε τα παιδιά!». Τα έχουμε δει με τα μάτια μας αυτά! Αλλά οι Ιταλοί δεν τον θέλαν τον πόλεμο να σκοτωθούν.
Ο ιταλικός στρατός πάντως είχε πάρει με τη βία και Χιμαραίους
Ο ιταλικός στρατός πάντως είχε πάρει με τη βία και Χιμαραίους για να πολεμήσουν κατά της Ελλάδας, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς, όταν ξεκίνησε ο πόλεμος κατάφεραν και διέφυγαν στην Ελλάδα και πολέμησαν στις τάξεις του Ελληνικού Στρατού. Ο θείος μου Νίκος Γκιώνης είχε πληγωθεί στο πόδι και αργότερα μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» στην Αθήνα. Επειδή δεν υπήρχαν νέα του, η οικογένεια μου τον είχε για νεκρό και τον έκλαιγαν, μέχρι που τον είδε μετά από έξι μήνες ένας μακρινός συγγενής από το διπλανό χωριό το Βούνο.
Την οικογένεια του αργότερα, τους θείους μου όλους, τους έστειλαν εξορία στη βόρεια Αλβανία και κατά την ιταλο-γερμανική κατοχή αλλά και αργότερα επί κομουνιστικού καθεστώτος.
Στην υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού, μετά τις 6 Απριλίου του 1941, ξεκινήσαμε και μεις μαζί τους γιατί δεν ξέραμε τι μας περιμένει. Φτάσαμε στην Κακομαία (σ.σ. παραθαλάσσια περιοχή μεταξύ Χιμάρας και Αγίων Σαράντα), όπου μάθαμε ότι έκλεισαν τα σύνορα και μείναμε σε μία σπηλιά για περίπου είκοσι μέρες. Όταν μάθαμε ότι οι Γερμανοί κατέλαβαν την Ελλάδα, γυρίσαμε στο σπίτι μας.
Ο Πύρρος Σπυρομήλιος
Μετά από λίγο καιρό που σκοτώθηκαν οι φαντάροι στο χωράφι μας, ήρθε ο Πύρρος Σπυρομήλιος, αξιωματικός του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, που ήταν και συγγενής μας, με έναν δημοσιογράφο για να δει την πρώτη γραμμή και το σημείο που είχαν σκοτωθεί οι στρατιώτες. Εκείνη την ημέρα έγινε μία επίθεση που δεν μπορώ να σας περιγράψω. Έπεσε η οβίδα στο σπίτι και χάλασε το μισό κτίριο.
Είπε τότε ο Σπυρομήλιος στη μητέρα μου, που την είχε ξαδέρφη «το κορίτσι πάρτο και βάλτο στο παράθυρο που είναι ασφαλές και δεν πέφτει». Εκείνη την ώρα τα ιταλικά αεροπλάνα και πλοία βομβάρδιζαν τη Χιμάρα. Ο Πύρρος το είχε αποφασίσει να πάει στο σημείο που είναι θαμμένοι οι έξι στρατιώτες και του είπε η μητέρα μου «Πύρρο μην πας εκεί γιατί σε έκανε η θεια μου μοναχό» και της απάντησε «τι λες βρε Σοφία, εγώ είμαι αποφασισμένος να τους δω. Σκοτωθήκαν αυτοί κι αν είναι θα σκοτωθώ και εγώ. Μόνο να μην χάσουμε τον πόλεμο».
Ο Πύρρος ήταν λεβέντης, παλικάρι και πολύ αγαπημένος.
Πήγε στους δικούς του και είπε «εσείς ως Χιμαριώτες πρέπει να βοηθήσετε τους Έλληνες Στρατιώτες για να πολεμήσουν και να διώξουν τον εχθρό».
Μετά τον πόλεμο
Μετά τον πόλεμο, το 1954, ήρθε με μία ελληνική στρατιωτική αποστολή στους Άγιους Σαράντα για να γίνει αφαίρεση ναρκών στις εμπόλεμες ζώνες και ζήτησε να έρθουν να τον συναντήσουν η μητέρα του και άλλοι συγγενείς του.
Όταν ενημερώθηκε η μητέρα του όμως, η θεία Κατίνα, δεν δέχθηκε να πάει στους Άγιους Σαράντα να τον δει γιατί φοβόταν πολύ μήπως της είχε στήσει παγίδα το κομουνιστικό καθεστώς που μετά το 1944 έλεγχε τα πάντα και έψαχνε αφορμές για να στείλει τον κόσμο και ειδικά τους Έλληνες Βορειοηπειρώτες, σε φυλακές και εξορίες! Δεν είχε εμπιστοσύνη σε κανέναν!
Έτσι δεν είδε το παιδί της ξανά…

Ο Ήρωας πατέρας Ιωάννης Μπρίγκος
Ο πατέρας μου Ιωάννης συνελήφθη από τους Ιταλούς και εξορίστηκε για έντεκα μήνες επειδή συνεργάστηκε με τον Ελληνικό Στρατό.
Μετά το 1944 όταν εγκαταστάθηκε το σύστημα του Ενβέρ Χότζα, χαλάσανε τον τόπο οι Αλβανοί. Ρωτάγαν επίμονα τον πατέρα μου που τους είχε θαμμένους τους Έλληνες στρατιώτες γιατί ήξεραν ότι ήταν οδηγός του Ελληνικού Στρατού και φιλοξενούσε στο σπίτι Έλληνες αξιωματικούς και στρατιώτες. «Δεν ξέρω» τους απαντούσε ο πατέρας μου και έτρεχε αίμα από τα χέρια του που του τα έδεσαν με αγκαθωτό σύρμα. Αυτό το περιστατικό έγινε το 1957 και το θυμάμαι πολύ καλά. Οι οπαδοί του κουμμουνισμού τον κατηγορούσαν και τον χλεύαζαν που δεν μαρτυρούσε που είχε θαμμένους τους στρατιώτες.
Κάναμε τεσσεράμισι χρόνια εξορία, αν και ο πατέρας μου είχε καταδικαστεί αρχικά για 25 χρόνια επειδή οδηγούσε για τον Ελληνικό Στρατό στον Πόλεμο του 1940 – ΄41 από το Κηπαρό έως τον Λογαρά στην περιοχή της Χιμάρας.
Τον έτρεχαν συνέχεια στα δικαστήρια τον πατέρα μου και κάποια στιγμή τους είπε «τόσες κατηγορίες μου έχετε βάλει, πείτε μου την ποινή που έχω και μην κουράζεστε άλλο». Ναι, εργάστηκε ο πατέρας μου για την Ελλάδα, οδηγούσε, μοίραζε προκηρύξεις, αλλά του έβαζαν και άλλες κατηγορίες. Έτσι ήταν το σύστημα τότε.
Πρόλαβε να έρθει στην Ελλάδα, αφού έπεσε ο κομουνισμός και άνοιξαν τα σύνορα, το 1992, έψαξε για τους συγγενείς των στρατιωτών που έχουμε ενταφιασμένους στο χωράφι μας, αλλά βρήκε μόνο την αδερφή του Παναγιώτη Αλογογιάννη, η οποία όμως είχε χάσει τη μνήμη της.
Με τον πατέρα μου πήγα στην πρώτη Θεία Λειτουργία που έγινε μετά από τόσα πολλά χρόνια στη Χιμάρα όπου λειτούργησε ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος.
Είχαν έρθει πολλοί από την Ελλάδα και μετά τη Λειτουργία κάμποσοι Χιμαραίοι τους ζητούσαν βοήθεια. Ζητούσαν και από τον Αρχιεπίσκοπο να τους στείλει έναν ιερέα μορφωμένο.
Πριν πεθάνει ο πατέρας μου μού είπε να μην ξεχάσω!
Ο πατέρας μου στο τέλος τους είπε «Δεν πρέπει να ζητήσουμε υλική βοήθεια από την Ελλάδα. Από την Ελλάδα να ζητήσουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα που τα έχουμε χρόνια χαμένα. Η Χιμάρα είναι άξια, είμαστε δουλευταράδες και θα τα βγάλουμε πέρα. Πρέπει να ζητήσουμε έναν παπά και να ανοίξουν ξανά τα ελληνικά σχολεία. Από την Αλβανία να ζητήσουμε τι απέγιναν τα παιδιά που μας σκοτώσανε και τα εξαφανίσανε πριν χρόνια. Τον Λέανδρο Νεράτζη και τον Κώστα Κονόμη».
Ο Αναστάσιος ρώτησε τον πατέρα μου «που σπουδάσατε εσείς;» και του απάντησε «στο σχολείο που είχαμε εδώ και είναι κλεισμένο χρόνια».
Αν είχε ζήσει περισσότερο θα είχε να πει πολλά από αυτά που είχε ζήσει.
Πριν πεθάνει ο πατέρας μου μού είπε να μην ξεχάσω!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια τα οποία προσβάλουν και θίγουν πρόσωπα θα διαγράφονται.
Ανώνυμα μηνύματα που θα θίγουν επώνυμα άτομα θα διαγράφονται.
Σας προσκαλούμαι σε έναν διάλογο απόψεων και θέσεων για ένα καλύτερο μέλλων της ιδιαίτερης πατρίδος μας.