Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Μη μας ξεχνάτε!

Μη μας ξεχνάτε!
Τι να σου λέω, κόρη μου, και πούθε ν’ αρχίσω. Ήμουν παιδάκι τότε, πιο λίγο από δέκα χρονών, όταν ήρθαν οι Έλληνες στρατιώτες στη Χιμάρα. Στο σπίτι μας από κάτω είχαν το αρχηγείο τους. Να, εκεί που γλέπεις. Ως τα εδώ έφτασε ο στρατός. Πίσω από αυτήν την κορφή έγιναν οι μάχες. Χαλασμός. Ακόμα με τα ονόματά τους λέμε τον τόπο. Εκεί, λέμε, το μέρος (φυλάκιο) του Ραφτόπουλου, εκεί του Δημητριάδη. Τους τραυματίες εδώ τους φέρνανε, στο σπίτι μας.

Ο πατέρας μου ήταν οδηγός του ελληνικού στρατού. Η μάνα τους φρόντιζε από φαί, ό,τι μπορούσαμε. Τη θυμάμαι που ήφτιανε τηγανίτες, πώς το λέτε εσείς. Είχανε φέρει 6 τραυματίες, Έλληνες στρατιώτες. Όταν έφυγε ο στρατός, αυτοί ποθάνανε. Νύχτα βγήκε στην αυλή ο πατέρας μου και τους παράχωσε κρυφά, και φύτεψε αχλαδιές από πάνω να μην βρουν τα κόκαλά τους. Ήρθανε και πήραν τον πατέρα μου και τον χτυπούσανε και ρωτούσανε που έχει τους έλληνες, αλλά εκείνος δεν ήλεγε.

Τρεις φορές έκαμε φυλακή γιατί είμαστε Έλληνες, όπως τ’ εσείς. Σαν ήρθαν το ’58 τον δέσανε με σύρμα αγκαθωτό και τον επήρανε τρίτη φορά. Δεν άντεξε. Κι εμάς, μας στείλαν εξορία τεσσεράμισι χρόνια. Μακριά δεν μας πήγανε. Πιο πέρα στα βουνά, σε κάτι σπηλιές. Όλα μας τα πήρανε, όλα. Είχε ο πατέρας μου φωτογραφίες με τους Έλληνες αξιωματικούς και του τις βρήκανε. Μον’ το χαρτί, αυτό που είχε γράψει τα ονόματα των σκοτωμένων, μας το άφησε κρυφά κι είπε να το προσέχουμε, μην μας το βρούνε, μην χαθεί. Κι εμείς το ράψαμε στο ζωνάρι της γιαγιάς μου από μέσα μεριά. Έτσι το φυλάξαμε.

Να, εδώ πιο πέρα τους έβαλε ο πατέρας, έλα να σου δείξω. Εδώ, που είναι οι πέτρες κι εκεί, πιο πέρα, που είναι οι άλλες πέτρες. Εγώ τις έμασα και τις έβαλα, να μην χαθεί ο τόπος. Δεν μο’ ρχεται καλά, μο’ κοπέλα, να’ χουν πέτρες πάνω στα κεφάλια τους, αλλά πώς να έκανα, φοβάμαι μην πεθάνω και χαθεί ο τόπος τους. Αυτούς λυπάμαι, τους στρατιώτες. Παρακαλάω ένα μνήμα να τους κάνουνε. Δεν θέλω τίποτε άλλο. Δικό μου είναι το μέρος και το δίνω, να κάνουνε ένα μνημείο. Ένα κάτι, να μην έχουν τις πέτρες στο κεφάλι. Εγώ θα τους ανάβω το καντήλι, και το λάδι δικό μου, εγώ θα τα προσέχω, όπως έκανα όλα τα χρόνια. Όλα τα χρόνια εγώ τους φρόντιζα κι άναβα το κερί τους.

Να! Εκεί είναι τα ονόματα:
Αλογογιάννης Παναγιώτης, απ’ το Καμάρι Κορινθίας
Προβατάς Ανδρέας, απ’ τους Αγράφους Κέρκυρας
Λαγός Ματθαίος, απ’ τον Πόρο Τροιζηνίας
Σέλας Δημήτριος, απ’ το Κοντόσταυλο Κορινθίας
Κτημαδάκης Νικόλαος, απ’ το Ηράκλειο Κρήτης
Κέρκης (Μοραϊτης) άλλο γι’ αυτόν δεν ξέραμε.

Στο καλό να πας, κόρη μου. Και μη μας ξεχνάς. Να ξανάρθεις. Μη μας ξεχνάτε!

ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια τα οποία προσβάλουν και θίγουν πρόσωπα θα διαγράφονται.
Ανώνυμα μηνύματα που θα θίγουν επώνυμα άτομα θα διαγράφονται.
Σας προσκαλούμαι σε έναν διάλογο απόψεων και θέσεων για ένα καλύτερο μέλλων της ιδιαίτερης πατρίδος μας.